Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Νοεμβρίου 11, 2009

Αυτός και η καρέκλα του

Τον κατηγορούν ότι διοχετεύει όπλα και χρήματα σε ισλαμιστές αντάρτες στη Σομαλία και τον απειλούν με κυρώσεις. Ο κόσμος που επί χρόνια αγνοούσε τις κραυγές στην Ερυθραία για ανεξαρτησία, συγκαταλέγει τώρα στους παρίες του τον πρόεδρό της, τον Ησαΐα Αφουέρκι.
«Τι τους θέλουμε τους συμμάχους; Είναι ένδειξη αδυναμίας», λέει ο 63χρονος πρόεδρος σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του που δημοσιεύεται στον ιστότοπο του αμερικανικού εκδοτικού ομίλου ΜcClatchy. Πρώην αντάρτης, ο Αφουέρκι ηγήθηκε του πολέμου για την απελευθέρωση της Ερυθραίας από την Αιθιοπία και από την ανεξαρτησία της, το 1993, και μετά δεν έφυγε καθόλου από την εξουσία, ενώ το Σύνταγμα που επικυρώθηκε το 1997 ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Ένδεκα χρόνια αφότου ξέσπασε η συνεχιζόμενη μεθοριακή διένεξη με την Αιθιοπία, τον Μάιο του 1998, ο Αφουέρκι δεν έχει διεξαγάγει ακόμη εκλογές, έχει απαγορεύσει τις οργανώσεις της αντιπολίτευσης και τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και έχει κλείσει χιλιάδες ανθρώπους σε απομακρυσμένες φυλακές στην έρημο όπου σαπίζουν χωρίς δίκη, σύμφωνα με την περυσινή έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η συνέχεια στα Νέα

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2009

Τι θα γίνει με τα παιδιά-στρατιώτες;


Τριακόσιες χιλιάδες αγόρια και κορίτσια εκτιμάται ότι εμπλέκονται σε τριάντα περίπου συγκρούσεις στον κόσμο. Παρ' όλο που στην Ασία το προνόμιο της στρατολόγησης ανηλίκων ανήκει στο Τατμαντάβ, το στρατό της Μιανμάρ, στην Αφρική τακτικοί στρατοί και αντάρτικα σώματα τους στρατολογούν συστηματικά.

Νεαροί επίστρατοι συμμετέχουν στις συγκρούσεις στο Τσαντ, στην Κεντρική Αφρική, στην Ουγκάντα και, κυρίως, στο Σουδάν (τόσο στο Νότιο Σουδάν όσο και στο Νταρφούρ).

Από το 2001, το γραφείο του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ δημοσιεύει κάθε χρόνο μια έκθεση για τα παιδιά που συμμετέχουν σε ένοπλες συγκρούσεις, η οποία περιλαμβάνει δύο παραρτήματα, που χαρακτηρίζονται «κατάλογοι της ντροπής» και περιλαμβάνουν τις ένοπλες οργανώσεις που στρατολογούν ανηλίκους.

Η καταγγελία αυτή επιτρέπει τον εντοπισμό των εγκληματιών, καθώς το Καταστατικό της Ρώμης, που διέπει τη λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), θεωρεί τη στρατολόγηση παιδιών κάτω των δεκαπέντε ετών έγκλημα πολέμου. Εντούτοις η φετινή έκθεση δείχνει ότι δεκαεννέα στρατοί (τακτικοί και αντάρτικοι), επί συνόλου πενήντα έξι, καταγράφονται τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Ο ΟΗΕ ήταν διστακτικός στην αρχή σε αυτό το θέμα, ακόμα και σε ό,τι αφορά στον ορισμό του παιδιού στρατιώτη. Το Τμήμα Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων του οργανισμού, που συντονίζει οκτώ ειρηνευτικές δυνάμεις στην Αφρική(3), θεωρούσε στην αρχή τα παιδιά αυτά μαχητές.

Η συνέχεια στην Ελευθεροτυπία

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2009

Τώρα βιάζουν και τους άντρες

'Ηταν περίπου 11 το βράδυ, όταν οι ένοπλοι εισέβαλαν στην καλύβα του Καζούνγκου Ζίβα, έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό του και του έσκισαν το παντελόνι. Ο Ζίβα είναι ένας μικροκαμωμένος άνδρας. Προσπάθησε να ανταποδώσει αλλά γρήγορα τον έριξαν κάτω.


«Ύστερα με βίασαν», είπε. «Ήταν φρικτό. Ήταν ... Οι σκέψεις μου με εγκατέλειψαν»


Επί χρόνια οι λόφοι με τα πυκνά δάση και τις βαθιές λίμνες, στα ανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κρατούν κρυμμένες τις ωμότητες που διαπράχθηκαν. Τώρα, φαίνεται πως προστίθεται άλλο ένα πρόβλημα: άνδρες βιάζουν άνδρες.


Όπως γράφουν οι New York Times, επικαλούμενοι την Oxfam, αξιωματούχους των Ην.Εθνών και πολλές οργανώσεις αρωγής της χώρας, ο αριθμός των ανδρών που έπεσαν θύματα βιασμού έχει αυξηθεί δραματικά τους τελευταίους μήνες.

Η συνέχεια στα Νέα

Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2009

Το Σουδάν βομβάρδισε το Νταρφούρ

Η πολεμική αεροπορία του Σουδάν βομβάρδισε σήμερα μια πόλη του Νταρφούρ, τον έλεγχο της οποίας έχουν από την περασμένη εβδομάδα αντάρτες του Κινήματος Δικαιοσύνης και Ισότητας (JEM), ανακοίνωσαν στρατιωτικοί αξιωματούχοι και ειρηνευτικές δυνάμεις.
«Οι δυνάμεις μας περικύκλωσαν τη Μουχατζιρίγια. Διεξάγονται μάχες μεταξύ των ανδρών μας και των ανταρτών του JEM», είπε ο Αμπντελ Σαμία Χατζ αλ Χάσαν, εκπρόσωπος του σουδανικού στρατού χωρίς να διευκρινίσει αν στις μάχες υπάρχουν νεκροί ή τραυματίες. «Επιβεβαιώνω ότι υπήρξαν αεροπορικοί βομβαρδισμοί», είπε ο Νουρεντίν Μέζνι, εκπρόσωπος της κοινής δύναμης ΟΗΕ- Αφρικανικής Ένωσης στο Νταρφούρ (UNAMID/MINUAD).
Ανώτερος διοικητής του JEM είπε ότι κατά τους βομβαρδισμούς 16 πολίτες σκοτώθηκαν, μεταξύ τους ένα μικρό παιδί. Ωστόσο η πληροφορία δεν επιβεβαιώθηκε από ανεξάρτητη πηγή.
Το Κίνημα Δικαιοσύνης και Ισότητας, το πιο συγκροτημένο στρατιωτικά από τις οργανώσεις ανταρτών του Νταρφούρ, πήρε τον έλεγχο την περασμένη εβδομάδα της πόλης Μουχατζιρίγια, πρώην προπύργιο της οργάνωσης του Μίνι Μινάουι Στρατός για την Απελευθέρωση του Σουδάν (SLA), της μόνης αντάρτικης οργάνωσης του Νταρφούρ που είχε υπογράψει ειρηνευτική συμφωνία με τη σουδανική κυβέρνηση το 2006.
Οι αντάρτες του JEM απάντησαν σήμερα στα πυρά της σουδανικής αεροπορίας, διευκρίνισε ένας αξιωματούχος. Η MINUAD ζήτησε από τις εμπλεκόμενες πλευρές να «αποφύγουν την κλιμάκωση», επισήμανε ο Μέζνι.
Εκτοπισμένοι από τη σύγκρουση στο Νταρφούρ έχουν καταφύγει στον τοπικό καταυλισμό της MINUAD. Δύο κέντρα με ανθρωπιστική βοήθεια, τη διαχείριση των οποίων έχουν δύο μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) κάηκαν την περασμένη εβδομάδα κατά τις συγκρούσεις μεταξύ ανταρτών του JEM και ανδρών του SLA. Το διεθνές προσωπικό της μιας ΜΚΟ απομακρύνθηκε από την περιοχή Νυάλα, 80 χλμ. δυτικά της Μουχατζιρίγιας.
Ο εμφύλιος πόλεμος στο Νταρφούρ του δυτικού Σουδάν έχει προκαλέσει το θάνατο 300.000 ανθρώπων από το 2003, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, 10.000 σύμφωνα με το Χαρτούμ. Τουλάχιστον 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εξαιτίας των βιαιοτήτων.

Από την Καθημερινή

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 16, 2008

Πόλεμος για το πετρέλαιο στο Νίγηρα

Τον «πόλεμο του πετρελαίου», τον οποίο μάλιστα ονόμασε «επιχείρηση: τυφώνας Μπαρμπαρόσα», κήρυξε η πιο γνωστή ένοπλη οργάνωση του Νίγηρα, το Κίνημα για τη Χειραφέτηση του Δέλτα του Νίγηρα, που, σύμφωνα με πληροφορίες, μάχεται για δικαιότερη κατανομή των προερχόμενων από το πετρέλαιο πόρων.

Το Κίνημα ή MEND, όπως είναι τα αρχικά του, έκανε τη νύχτα της Κυριακής επίθεση σε πετρελαϊκή εγκατάσταση της Shell, στο κρατίδιο Ρίβερς του Δέλτα. Οι μαχητές του MEND με ηλεκτρονικό μήνυμά τους υποστήριξαν ότι «σκότωσαν πολλούς στρατιώτες και προσωπικό που εργάζονταν στις εγκαταστάσεις». Η Shell επιβεβαίωσε την επίθεση «από άγνωστους ενόπλους» και τον θάνατο ενός Νιγηριανού που εργαζόταν ως ασφάλεια. Για λόγους προληπτικούς, ανέφερε η εταιρεία, απομακρύνθηκαν από τον πετρελαϊκό σταθμό πάνω από εκατό άτομα του προσωπικού. Πολύνεκρη επίθεσηΕκπρόσωπος των ενόπλων δυνάμεων της χώρας είπε ότι οι επιτιθέμενοι ανέβηκαν τον ποταμό και έφτασαν στο σημείο με ταχύπλοα και ότι έγινε μάχη που κράτησε πάνω από μία ώρα, δεν επιβεβαίωσαν όμως τον ισχυρισμό του Κινήματος για νεκρούς. Οι επιχειρήσεις του MEND και οι συγκρούσεις με τον στρατό έχουν το τελευταίο διάστημα πολλαπλασιαστεί και έχουν οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής πετρελαίου της χώρας κατά 20%, εξέλιξη που έχει συντελέσει και στην αύξηση της τιμής του μαύρου χρυσού. Ο εκπρόσωπος του στρατού, Σαγκίρ Μούσα, απείλησε ότι «θα καθαρίσει την περιοχή από τα εγκληματικά στοιχεία». Το κίνημα MEND, για το οποίο ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά ως προς τη χρηματοδότησή του και τον τρόπο προμήθειας των όπλων του, είναι η πλέον αναγνωρίσιμη από τις ένοπλες ομάδες που χτυπούν τον πετρελαϊκό τομέα για να υποχρεώσουν την κυβέρνηση να «επιστρέφει» στο Δέλτα του Νίγηρα, περιοχή όπου ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα, κάποια από τα έσοδα. Η εικόνα όμως στη Νιγηρία δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη, δεδομένου ότι δρουν πολλές ομάδες μαφιόζων που επιδίδονται σε λαθρεμπόριο.

Από την Ελευθεροτυπία

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2008

«Γράφω για να μην ξεχάσουμε τη σφαγή της Μπιάφρας»

Νιγηρία, τέλη της δεκαετίας του '60. Η χώρα σπαράσσεται από τον εμφύλιο πόλεμο. Εν μέσω αυτού, τρεις άνθρωποι διασταυρώνονται κι έρχονται αντιμέτωποι με τα όνειρα, τα πάθη και τις επιθυμίες τους. Μια ιστορία αγάπης σε ένα έντονα επικό φόντο, με το Κακό να καλύπτει σαν άλλο ζοφερό πέπλο τις ζωές των απλών ανθρώπων και να καθορίζει τις τύχες τους.
Αυτό είναι το θέμα του νέου βιβλίου της 30χρονης Τσιμαμάντα Αντίτσι, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νιγηρία και οι συγγραφικές της ικανότητες εξυμνήθηκαν από τους βιβλιοκριτικούς όλων των μεγάλων εφημερίδων του κόσμου. Η Αντίτσι σπούδασε για δύο χρόνια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νιγηρίας και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Το πρώτο μυθιστόρημά της, «Μενεξεδένιος ιβίσκος» (εκδ. «Ψυχογιός»), απέσπασε πολλές διακρίσεις, ενώ ήταν υποψήφιο για το Orange και το Booker. Με το καινούργιο μυθιστόρημά της «Δακρυσμένος ήλιος» (εκδ. «Ψυχογιός»), που μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, κατόρθωσε τελικά να κατακτήσει το βραβείο Orange 2007.Το ιστορικό κομμάτι της υπόθεσης του βιβλίου της Αντίτσι είναι παγκοσμίως γνωστό ως μία από τις πλέον μαύρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Το 1967 το νοτιοανατολικό κομμάτι της Νιγηρίας αποφάσισε να αποσχιστεί, ύστερα από σφαγές ομοφύλων τους στον Βορρά. Η νέα χώρα πήρε το όνομα Μπιάφρα. Η υπόλοιπη Νιγηρία πολέμησε για να αποφύγει την απόσχιση και ο πόλεμος τελείωσε το 1970 με την ήττα της Μπιάφρας. Προκειμένου να γονατίσει την «αυθάδη» Μπιάφρα, η Νιγηρία επέβαλε εμπάργκο στα τρόφιμα, με αποτέλεσμα να πεθάνουν από λιμό 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Ουσιαστικά από τότε, και με τις εικόνες των σκελετωμένων παιδιών της Μπιάφρας να κάνουν τον γύρο του κόσμου, η συγκεκριμένη περιοχή συνδέθηκε με τον όρο πείνα (βλ. «παιδί της Μπιάφρας» κ.λπ.).Οσο για τους πολιτισμένους (;) Δυτικούς, ουδείς ήταν αθώος του αίματος. Αφού πρώτα, μετά το πέρας της (επίσημης) αποικιοκρατίας, χώρισαν τις αφρικανικές χώρες στα χαρτιά, έτσι ώστε η καθεμιά να αποτελείται από διαφορετικές εθνότητες, των οποίων οι μεταξύ τους συγκρούσεις δεν θα τους επέτρεπαν ποτέ να βρουν την ειρήνη και να συνασπιστούν κατά του κοινού εχθρού, του λευκού αποικιοκράτη, στη συνέχεια κράτησαν στάση Πόντιου Πιλάτου αφήνοντας τους αδύναμους να σφαγιαστούν και τους δυνατούς να εκτεθούν ανεπανόρθωτα στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Στον νιγηριανό εμφύλιο, Βρετανία και Σοβιετική Ενωση, η υπερδύναμη-υπέρμαχος της ισότητας των πολιτών (...), στήριξαν τη Νιγηρία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στον αφανισμό χιλιάδων μικρών παιδιών και άλλων κατοίκων της Μπιάφρας.Ολη αυτή η συσσωρευμένη δυστυχία προφανώς δικαιολογεί το ξέσπασμα της Αντίτσι όταν της υποβάλλω την ερώτηση σχετικά με την πηγή έμπνευσής της για τη συγγραφή του «Δακρυσμένου ήλιου» («Half a yellow sun», ο μισο-κίτρινος ήλιος που κοσμούσε τη σημαία της Μπιάφρας): «Εγραψα αυτό το βιβλίο επειδή ήθελα να γράψω για έρωτα και για πόλεμο, επειδή έχασα και τους δύο παππούδες μου στον πόλεμο Νιγηρίας-Μπιάφρας, επειδή ο πόλεμος άλλαξε τη ροή της ιστορίας των Ιμπο (η βασική φυλή της Μπιάφρας), επειδή η "Μπιάφρα" παραμένει ένας απίστευτα επιδραστικός κόσμος στη σημερινή Νιγηρία, επειδή πολλά από τα θέματα που οδήγησαν στον πόλεμο παραμένουν ανεπίλυτα, επειδή ο πατέρας μου έχει ακόμη δάκρυα στα μάτια του όταν μιλά για το πώς έχασε τον δικό του πατέρα και η μητέρα μου δεν έχει μιλήσει ποτέ σε μάκρος για το πώς έχασε εκείνη τον δικό της πατέρα, επειδή σχεδόν κάθε Ιμπο που ζούσε στα '60ς επηρεάστηκε από τις σφαγές που προηγήθηκαν του πολέμου, επειδή η αποικιοκρατία με θυμώνει, επειδή η σκέψη των υπεροπτικών "εγώ", ανθρώπων και οργανισμών, που οδήγησαν στους αχρείαστους θανάτους των μικρών παιδιών με θυμώνει, επειδή πιστεύω ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξεχάσουμε».Και η αλήθεια είναι ότι η Μπιάφρα κατόρθωσε να διχάσει την παγκόσμια κοινότητα: «Πολλές από τις κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο υποστήριξαν τη Νιγηρία εξαιτίας του ότι ήθελαν να στηρίξουν το καθεστώς διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας χωρών που ήταν μέλη του ΟΗΕ», λέει η Αντίτσι. «Στον αντίποδα, καθημερινοί άνθρωποι σε όλον τον κόσμο αισθάνθηκαν συμπάθεια για τους κατοίκους της Μπιάφρας και συγκέντρωσαν χρήματα για να τους βοηθήσουν».Ο τρόπος που η Αντίτσι προσέγγισε το πραγματικά τεράστιο θέμα του εμφύλιου πολέμου της πατρίδας της ήταν σταδιακός: «Πάντοτε ήθελα να γράψω για την Μπιάφρα, μεγάλωσα στη σκιά της. Εγραψα στα 16 μου ένα θεατρικό έργο με τίτλο "Για την αγάπη της Μπιάφρας", εν συνεχεία, το 2001, μια ιστορία με τίτλο "Εκείνο το δυτικο-αφρικανικό πρωινό", το 2002 μια ιστορία με τίτλο "Δακρυσμένος ήλιος" και αργότερα μια άλλη με τίτλο "Φαντάσματα", όλες τους με θέμα τον πόλεμο. Αισθανόμουν ότι ΕΠΡΕΠΕ να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο, αλλά και ότι έπρεπε πρωτίστως να πλησιάσω το θέμα με πλάγιους τρόπους προτού αρχίσω τη συγγραφή του τελικού έργου». Εάν υπάρχει κάτι σήμερα που στενοχωρεί την 30χρονη συγγραφέα είναι «είναι η διαβρωμένη παγκόσμια ματιά που κοιτάζει την Αφρική μέσα από τους φακούς της καταστροφής». Το ενδιαφέρον πολλών Δυτικών σταρ για την Αφρική, όπως ο Κλούνι, ο Μπόνο, η Τζολί, η Αντίτσι δεν το θεωρεί ψεύτικο ή υποκριτικό: «Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να δοκιμάσουν να βοηθήσουν. Δεν μπορώ να προσάψω υποκρισία σε ανθρώπους των οποίων τα πραγματικά κίνητρα αγνοώ. Αυτό που ενδιαφέρει εμένα είναι να μην αγνοούμε τον Αφρικανικό παράγοντα, πολλούς ντόπιους Αφρικανούς οι οποίοι προσπαθούν, συχνά με ελάχιστα μέσα, να αντιμετωπίσουν τα σημαντικά προβλήματα της Αφρικής».Η ίδια συνεχίζει να επισκέπτεται τη χώρα της όποτε μπορεί: «Είμαι Νιγηριανή και αυτό είναι το σπίτι μου. Περνώ πολύ χρόνο εκεί. Εχουμε μια δημοκρατική κυβέρνηση που προσπαθεί πολύ σκληρά να θέσει τη χώρα και πάλι επί τροχιάς. Εχουμε μια κληρονομιά δεκαετιών κυβερνητικής διαφθοράς και μια υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές πετρελαίου, η οποία πιθανότατα θα είναι δύσκολο να υπερπηδηθεί. Αλλά είμαι αισιόδοξη για τη δική μου γενιά των Νιγηριανών ότι θα αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο».

Από την Ελευθεροτυπία

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2008

Τσαντ και Σουδάν στα άκρα

Τις διπλωματικές σχέσεις με το Τσαντ διέκοψε χθες το Σουδάν, κατηγορώντας τη χώρα ότι βοήθησε τους αντάρτες του Νταρφούρ να εξαπολύσουν επίθεση εναντίον της σουδανικής πρωτεύουσας Χαρτούμ.
Σε μια νέα δραματική εξέλιξη στην πενταετή σύγκρουση, το Σάββατο ξέσπασαν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των σουδανικών κυβερνητικών δυνάμεων και των ανταρτών του ισχυρού Κίνηματος Δικαιοσύνης και Ισότητας του Νταρφούρ (JEM) έξω από την πρωτεύουσα Χαρτούμ.Μόλις πριν από δύο μήνες οι πρόεδροι του Τσαντ, Ιντρίς Ντεμπί Ιτνο, και του Σουδάν, Ομάρ ελ-Μπεσίρ, υπέγραφαν στο Ντακάρ συμφωνία με στόχο «την αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή». Η συμφωνία «μη επίθεσης» ανέφερε μεταξύ άλλων τη «δέσμευση για απαγόρευση κάθε δραστηριότητας ένοπλων ομάδων και την εμπόδιση χρήσης των εδαφών για την αποσταθεροποίηση του ενός κράτους από το άλλο».Η σουδανική κυβέρνηση του Εθνικού Κόμματος του Κογκρέσου (NCP) υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις των JEM απέτυχαν. «Ο κύριος σκοπός της αποτυχημένης τρομοκρατικής επίθεσης δολιοφθοράς ήταν να προκαλέσει την κάλυψη των ΜΜΕ και να αφήσει τον κόσμο να φαντάζεται ότι είχαν την ικανότητα να εισέλθουν στο Χαρτούμ», δήλωσε στην κρατική τηλεόραση ο Μαντούρ αλ-Μάχντι, πολιτικός γραμματέας του κόμματος.«Αυτές οι δυνάμεις είναι βασικά δυνάμεις του Τσαντ που στηρίζονται και εκπαιδεύονται από το Τσαντ και κινήθηκαν από το Τσαντ υπό την ηγεσία του (αρχηγού των ανταρτών) Χαλίλ Ιμπραΐμ», δήλωσε ο πρόεδρος του Σουδάν, Ομάρ Χασάν.

Η συνέχεια στην Ελευθεροτυπία

Σάββατο, Απριλίου 26, 2008

Ποιος θυμάται τη Σομαλία;

Η αναζωπύρωση του μετώπου της Σομαλίας, την προηγούμενη εβδομάδα, αποτελεί μία ακόμα ένδειξη για τις παράπλευρες απώλειες της παρέμβασης των ΗΠΑ στο Κέρας της Αφρικής, με υποχείριο τον στρατό της Αιθιοπίας. Οι σφοδρές συγκρούσεις συνεχίζονται ανάμεσα στις δυνάμεις των ισλαμιστών, από τη μία, και τους Αιθίοπες και σομαλούς στρατιώτες, από την άλλη. Οι άμαχοι είτε γίνονται στόχοι των εχθροπραξιών είτε μετατρέπονται σε «ανθρώπινες ασπίδες».Ο πρώτος απολογισμός των θυμάτων είναι τουλάχιστον εκατό νεκροί και ακόμη περισσότεροι τραυματίες. Στο Μογκαντίσου, εκατοντάδες εκμεταλλεύτηκαν την εκτόνωση της κατάστασης, μετά την έκρηξη βίας του περασμένου Σαββατοκύριακου, για να το εγκαταλείψουν. Από τις αρχές της χρονιάς, 70.000 άτομα έχουν εγκαταλείψει την πρωτεύουσα. Ηδη από πέρσι, ο πληθυσμός της είχε μειωθεί κατά 60%, αφού οι πρόσφυγες έφτασαν τους 750.000.Αναμενόμενα, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Μπαν Κιν Μουν, εξέφρασε τη «βαθιά ανησυχία» του. Η περίπτωση της Σομαλίας θεωρείται η χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στην Αφρική, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Εθνη. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων, το 2007 ήταν μία από τις χειρότερες χρονιές από την έναρξη του εμφυλίου, το 1991, εξαιτίας της πενιχρής απόδοσης των σοδειών και τη διόγκωση του κύματος των εσωτερικών προσφύγων. Ετσι, σε σύνολο 8 εκατομμυρίων κατοίκων, τα 2,5 χρήζουν επείγουσας βοήθειας.Ωστόσο, πέρα από την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας, δεν υπάρχει κανένα σημάδι διεθνούς πολιτικής βούλησης για την επίλυση του περίπλοκου γεωπολιτικού παζλ της Σομαλίας. Η ειρηνευτική δύναμη που απέστειλε η Αφρικανική Ενωση μετρά μόνο 2.400 στρατιώτες, αντί για 8.000 που προβλεπόταν αρχικά. Παράλληλα, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νουρ Χασάν Χουσεΐν νομιμοποιείται μόνο σε επίπεδο διπλωματίας και αποδεικνύεται ανίσχυρη να ελέγξει, έστω υποτυπωδώς, την κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μοιάζει τυχαία και η απόφαση της Νορβηγίας να μην χρηματοδοτεί πλέον έθνη που θέλουν να στείλουν στρατό στη Σομαλία. Το Οσλο αποφάσισε να αποσυρθεί και από την προεδρία της Διεθνούς Ομάδας Επαφών, την οποία μοιραζόταν με τις ΗΠΑ που είχαν, εξάλλου, πρωτοστατήσει για την ίδρυση της ομάδας. Κατά τα φαινόμενα, λοιπόν, όπου επεκτείνεται ο «Πόλεμος κατά τις Τρομοκρατίας», η διεθνής κοινότητα, ακόμη κι αν αντιδρά σε επίπεδο λόγου, στην πράξη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Στο μεταξύ, οι ταλαίπωροι Σομαλοί έχουν να καταπολεμήσουν και δύο ακόμη πληγές, την ξηρασία και το διαβόητο «τσουνάμι» της πείνας...

Από την Ελευθεροτυπία

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

Ο πόλεμος στο Νταρφούρ μπαίνει στον έκτο χρόνο

Ο πόλεμος στο Νταρφούρ του δυτικού Σουδάν εισέρχεται αυτή την εβδομάδα στον έκτο χρόνο, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις εκτόνωσης. Αντίθετα, η ανθρωπιστική κρίση συνεχίζεται και η βία κλιμακώνεται ξανά.
Στη σύγκρουση αυτή, που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ονομάσει πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα, αντιπαρατίθενται οι αντάρτες που διεκδικούν μέρος της εξουσίας και του πλούτου με το σουδανικό καθεστώς και τους συμμάχους του, τις αραβικές πολιτοφυλακές που λέγονται ζανζαουίντ. "Εξακολουθούμε να καλούμε σε κατάπαυση του πυρός και σε συνομιλίες, γιατί η λύση μπορεί να είναι μόνο πολιτική", δηλώνει ο Αντριαν Εντουαρντς, εκπρόσωπος του ΟΗΕ.
Σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις, από τις συγκρούσεις και τις συνέπειές τους έχουν χάσει τη ζωή τους 200.000 άνθρωποι. Περισσότεροι από 2,2 εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους.
Στο Νταρφούρ, όπου ζουν έξι εκατομμύρια άνθρωποι, τα Ηνωμένα Εθνη και άλλοι οργανισμοί έχουν στήσει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική επιχείρηση στον κόσμο, με προϋπολογισμό 849 εκατομμυρίων δολαρίων. Από τις 31 Δεκεμβρίου έχει ξεκινήσει και μια ειρηνευτική διαδικασία, που δεν εμπόδισε όμως αυτόν το μήνα τις δύο νέες επιθέσεις του σουδανικού στρατού και των ζανζαουίντ. Από τις επιθέσεις αυτές κατέφυγαν στο Τσαντ άλλοι 12.000 πρόσφυγες. Η πολυδιάσπαση των ανταρτών σε διάφορες οργανώσεις περιπλέκει τα πράγματα.
Στην υπόθεση του Νταρφούρ έχουν εμπλακεί και σταρ του Χόλιγουντ όπως ο Τζορτζ Κλούνι.

Από την Καθημερινή

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ένας πόλεμος χωρίς σύνορα


Αψυχα κορμιά κείτονται στα χαντάκια και στους δρόμους, ενώ οι τραυματίες προσπαθούν να γιατρέψουν τις πληγές από τις σφαίρες στα σπίτια τους, καθώς φοβούνται να πάνε στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα και καμένα άρματα μάχης βρίσκονται διασκορπισμένα κατά εκατοντάδες στους δρόμους. Δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες κατευθύνονται προς την πόλη, αν και αρκετοί φέρονται να αναζητούν καταφύγιο στα σύνορα με το Καμερούν. Οι Γάλλοι στρατιώτες διώχνουν όσους αναζητούν προστασία στις βάσεις τους. Παρά ταύτα, οι χαοτικές σκηνές που ξετυλίγονται τις τελευταίες ημέρες στην πρωτεύουσα του Τσαντ είναι κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρες. Η διαμάχη που έφερε τους αντάρτες στα περίχωρα της Ντζαμένα, με προφανή στόχο την αποκαθήλωση της κυβέρνησης του Ιντρίς Ντέμπι, αποτελεί προέκταση της βίας στο γειτονικό Σουδάν.

Γαλλική ανάμειξη

Την περασμένη Τρίτη, κυβερνητικός στρατός και αντάρτες διέκοψαν τις εχθροπραξίες. Νωρίτερα, περισσότεροι από χίλιοι αντάρτες είχαν εμφανιστεί στα περίχωρα της πρωτεύουσας, την οποία τελικά δεν λεηλάτησαν χάρη στην ύστατη προσπάθεια των κυβερνητικών στρατευμάτων. Σύμφωνα, μάλιστα, με ορισμένες πηγές καθοριστικό ρόλο στην αναχαίτιση των ανταρτών διαδραμάτισαν γαλλικά πολεμικά αεροσκάφη, μολονότι το Παρίσι αρνείται κατηγορηματικά ότι αναμείχθηκε στη μάχη. Οι αντάρτες απειλούν, βέβαια, ότι θα επιστρέψουν δριμύτεροι, αλλά προς το παρόν έχουν οπισθοχωρήσει αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ντζαμένα. Ο αριθμός, πάντως, των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στις εξαιρετικά βίαιες μάχες δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί.


Η συνέχεια στην Καθημερινή

Διαβάστε και το σημερινή αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας στους πολέμους της Αφρικής

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

Το Κονγκό που αιμορραγεί

Σαράντα πέντε χιλιάδες ανθρώπους το μήνα εξακολουθεί να σκοτώνει η δεκαετής εμφύλια διαμάχη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, που σύμφωνα με νέα έρευνα είναι η φονικότερη σύγκρουση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και ο πόλεμος έληξε επισήμως το 2002, η δράση δεκάδων ομάδων ανταρτών, μεταξύ των οποίων και Χούτου από τη γειτονική Ρουάντα, συνεχίζεται. Πέραν των θυμάτων των ένοπλων συγκρούσεων, ένα μεγάλο ποσοστό θανάτων οφείλεται στον υποσιτισμό και τις ασθένειες που μαστίζουν τη χώρα ως αποτέλεσμα της πλήρους κατάρρευσης της οικονομίας και των υποδομών της. Το 50% των νεκρών είναι, άλλωστε, μικρά παιδιά. Η ειρηνευτική συμφωνία που μόλις υπεγράφη στο ανατολικό Κονγκό μεταξύ της κυβέρνησης και διαφόρων αντάρτικων ομάδων γεννά ελπίδες αλλά, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η βελτίωση της δημόσιας υγείας και η πτώση της θνησιμότητας θα απαιτήσει πολλά χρόνια σταθερής προσπάθειας από την κυβέρνηση και τη διεθνή κοινότητα, καθώς και μια σημαντική οικονομική επένδυση. Εν τω μεταξύ η ανθρωπιστική κρίση παραμένει.

Σύμφωνα με την έρευνα της Διεθνούς Επιτροπής Διάσωσης (IRC), από το 1998 που ξεκίνησε ο δεύτερος πόλεμος του Κονγκό, έχουν χάσει τη ζωή τους από πείνα και αντιμετωπίσιμες ασθένειες 5,4 εκατ. άνθρωποι, όσο δηλαδή ο συνολικός πληθυσμός της Δανίας. Σχεδόν τα μισά θύματα ήταν παιδιά κάτω των πέντε ετών: «Η πλειονότητα των θανάτων οφείλονται σε μολυσματικές ασθένειες, υποσιτισμό και προβλήματα κατά την εγκυμοσύνη και την πρώτη βρεφική ηλικία. Τα αυξημένα κρούσματα ασθενειών συνδέονται με τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις των συγκρούσεων -μεταξύ των οποίων η διάλυση των υπηρεσιών υγείας, η κακή ποιότητα της τροφής, η καταστροφή των υποδομών και οι μετακινήσεις πληθυσμών- από τις οποίες υποφέρουν κυρίως τα παιδιά».

Από την Ελευθεροτυπία

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

Ενας εμφύλιος με ειρηνικά μέσα

Του MICHEL GALY

Απρόσμενες, οι ειρηνευτικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν στο Ουαγκαντούγκου, στις 4 Μαρτίου 2007, ανοίγουν τον δρόμο για τη συμφιλίωση στην Ακτή του Ελεφαντοστού. Επειτα από πέντε χρόνια ένοπλης διαμάχης, ο πρωθυπουργός και ο επικεφαλής του αντάρτικου μοιράζονται την εξουσία. Ομως, στην πράξη, η πρόοδος βραδυπορεί. Παρ' όλο που η χώρα έχει, επισήμως, ενοποιηθεί εκ νέου, ο αφοπλισμός των ένοπλων ομάδων αλλά και ο ακριβής προσδιορισμός των τμημάτων του πληθυσμού που δικαιούνται ψήφο -προϋποθέσεις για τις πολυαναμενόμενες προεδρικές εκλογές- έχει καθυστερήσει. Ετσι, στις 20 Οκτωβρίου 2007, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε να μην άρει ακόμη τις κυρώσεις που έχει επιβάλει στη χώρα.
«Στην Αμπιτζάν δεν υπάρχουν πλέον λευκοί!» αναφωνεί απορημένος κάποιος επισκέπτης από το Μπενίν, ένα πρωινό του Οκτωβρίου. Πράγματι, η πρωτεύουσα της Ακτής του Ελεφαντοστού φαίνεται να έχει αλλάξει πολύ σε διάστημα μερικών ετών.Τα δραματικά γεγονότα του Νοεμβρίου 2004, όταν ο γαλλικός στρατός άνοιξε πυρ εναντίον πλήθους διαδηλωτών μπροστά στο ξενοδοχείο «Ivoire», προκαλώντας τον θάνατο 63 ατόμων, υποχρέωσε τους Γάλλους να κάνουν πιο διακριτική την παρουσία τους. Απ' ό,τι φαίνεται, τους αντικατέστησαν έμποροι από τον Λίβανο και κινέζοι επιχειρηματίες. Το νέο κλίμα που επικρατεί στην Ακτή είναι ενδεικτικό της καινούριας πολιτικής διάταξης, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο...

Η συνέχεια στην Ελευθεροτυπία

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2007

Παιδιά-Πολεμιστές

Την τραγική κατάσταση πολλών παιδιών στο Σουδάν αναδεικνύει έκθεση του ΟΗΕ που αποκαλύπτει ότι παιδιά ακόμη και κάτω των 12 ετών εξακολουθούν να στρατολογούνται ως πολεμιστές στην εμφύλια διαμάχη και να πέφτουν θύματα απαγωγής, δολοφονιών και σεξουαλικής βίας.Οπως επισημαίνει ο γ.γ. του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, στην έκθεση αυτή προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, η συγκέντρωση εξακριβωμένων στοιχείων για τον αριθμό των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των παιδιών είναι ιδιαίτερα δύσκολη δεδομένου ότι στη χώρα δραστηριοποιούνται πάνω από 30 ένοπλες ομάδες και οι συμμαχίες μεταβάλλονται συνεχώς. Παρ' όλα αυτά οι σουδανικές ένοπλες δυνάμεις, η αστυνομία και πάνω από δώδεκα ομάδες (προσκείμενες είτε στο στρατό είτε στους αντάρτες) έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνοι για σειρά παραβιάσεων. Ετσι στο νότιο Σουδάν εντοπίστηκαν πάνω από 150 παιδιά-πολεμιστές με μέσο όρο ηλικίας τα 16 χρόνια και με τα μικρότερα να έχουν μόλις συμπληρώσει τα εννιά. Κατά το διάστημα που καλύπτει η έκθεση (Ιούνιος 2006-2007), κατεγράφησαν οκτώ παιδικοί θάνατοι (άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα συγκρούσεων), δέκα επιβεβαιωμένες και 40 ανεπιβεβαίωτες απαγωγές. Την ίδια ώρα στο Νταρφούρ, «αξιόπιστες αναφορές» κάνουν λόγο για στρατολόγηση κι εκμετάλλευση παιδιών από τις σουδανικές δυνάμεις και τουλάχιστον εφτά αντιπολιτευτικές κι αντάρτικες ομάδες. Οι πληροφορίες από το Νταρφούρ αναφέρουν 62 επιβεβαιωμένους κι άλλους 110 ανεπιβεβαίωτους παιδικούς θανάτους, 26 επιβεβαιωμένες και 150 ανεπιβεβαίωτες απαγωγές και 62 βιασμούς. Οπως τονίζει ο κ. Μπαν, «ο βιασμός αποτελεί ευρέως διαδεδομένη πρακτική και χρησιμοποιείται ως όπλο πολέμου». Από τη Ρώμη, όπου πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη, ο πρόεδρος του Σουδάν Ομάρ Χασάν Μπασίρ δήλωσε χθες ότι η κυβέρνησή του είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει κατάπαυση του πυρός μόλις ξεκινήσουν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τους αντάρτες του Νταρφούρ τον Οκτώβριο στη Λιβύη. Επισημαίνοντας ότι στόχος της κίνησης αυτή είναι η δημιουργία θετικού κλίματος, ο Μπασίρ εξέφρασε την ελπίδα ότι «οι διαπραγματεύσεις της Τρίπολης θα είναι οι τελευταίες και θα φέρουν οριστική ειρήνη».

Από την Ελευθεροτυπία

Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007

Γράφοντας την ιστορία ενός «χαμένου παιδιού»

Τον Οκτώβριο του 2002, ο συγγραφέας Ντέιβ Εγκερς, μια από τις πιο σημαντικές νέες φωνές της αμερικανικής λογοτεχνίας, πήρε ένα γράμμα από τη Μέρι Ουίλιαμς, η οποία του συστήθηκε ως η ιδρύτρια μιας οργάνωσης με έδρα την Ατλάντα και τίτλο Lost Boys Foundation. «Μου μίλησε για τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν τα αποκαλούμενα “χαμένα παιδιά” (3.800 νεαροί Αφρικανοί πρόσφυγες από το νότιο Σουδάν μοιρασμένοι σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ). Τους είχαν δώσει λίγα χρήματα για το ξεκίνημά τους, αλλά κατόπιν έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους σε μιαν άγνωστη χώρα. Η Μέρι Γουίλιαμς δημιούργησε ένα ίδρυμα για να τους βοηθήσει. Δεν γνώριζα προσωπικά τη Μέρι (η δική της ιστορία –είναι παιδί ενός ζευγαριού “Μαύρων Πανθήρων” που την υιοθέτησε η Τζέιν Φόντα– θα μπορούσε ωραιότατα να γίνει θέμα μυθιστορήματος) αλλά στο γράμμα της μου ζητούσε χωρίς περιστροφές να παρατήσω ό,τι έκανα για να βοηθήσω ένα αγόρι να γράψει την αυτοβιογραφία του», θυμάται ο συγγραφέας. Το αγόρι αυτό ήταν ο Βαλεντίνο Ατσάκ Ντενγκ, ένα από τα «χαμένα παιδιά» του Σουδάν που βρέθηκαν σε στρατόπεδα προσφύγων χωρίς τους γονείς τους. Προέρχονταν από τον Νότο της χώρας, εκεί όπου μαίνεται για πάνω από είκοσι χρόνια ένας φονικός ακήρυχτος πόλεμος –οι Αραβες του Βορρά εναντίον των αφρικανικών φυλών του Νότου–, ο οποίος έχει στοιχίσει τη ζωή δυόμισι εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η συνέχεια στην Καθημερινή